Ο Δημήτρης Γεωργιάδης...«Αλλιώς»!

Χρόνος ανάγνωσης
Λιγότερο από
1 λεπτό
Διαβάστηκε

Ο Δημήτρης Γεωργιάδης...«Αλλιώς»!

Ιούλιος 01, 2016 - 12:02
Αναρτήθηκε στο:

To elru2016.gr συνάντησε τον ηθοποιό και παρουσιαστή της εκπομπής «Η Ρωσία Αλλιώς» Δημήτρη Γεωργιάδη και μίλησε μαζί του για την πετυχημένη εκπομπή του -που μεταδίδεται αυτόν τον καιρό από τη δημόσια ελληνική τηλεόραση ΕΡΤ2 κάθε Σάββατο στις 20.00-, τη σχέση του με τη Ρωσία και τη ρωσική γλώσσα, την πολιτιστική σύνδεση Ελλάδας –Ρωσίας, καθώς και για τα μελλοντικά επαγγελματικά του σχέδια.

Δημήτρης Γεωργιάδης

Ο Δημήτρης Γεωργιάδης -απόφοιτος της Θεατρικής Ακαδημίας GITIS της Μόσχας- παρουσίασε για πρώτη φορά τη συγκεκριμένη εκπομπή στο ρωσικό τηλεοπτικό κανάλι πολιτιστικού περιεχομένου Rossiya Kultura, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ένας Έλληνας … Σε αναζήτηση της πραγματικής Ρωσίας» ("Ехал Грека. В поисках настоящей России").

Η εκπομπή -παραγωγής 2015 του LAVRStudios- παρουσιάζεται ως εθνογραφική, και όχι αμιγώς τουριστική και στα έξι επεισόδια που την απαρτίζουν, ο Δημήτρης μαζί με την ομάδα του ταξιδεύει σε 6 πόλεις του λεγόμενου «Χρυσού Δακτυλίου», παλαιές πόλεις που βρίσκονται περιμετρικά της Μόσχας και εκτός από τα αξιοθέατά τους, συναντά και πολίτες που βρίσκονται στον δρόμο του.

Πείτε μας λίγο για την εκπομπή. Ποιά ήταν η βασική ιδέα πίσω από αυτήν και πώς επιλεγήκατε εσείς?

Ξεκίνησε τελείως απροσδόκητα, από την άποψη ότι έλαβα ένα email, που έλεγε πως έψαχναν κάποιον για να παρουσιάσει ένα project σχετικά με το ταξίδι ενός ξένου γύρω από τον Χρυσό Δακτύλιο της Ρωσίας και η δασκάλα μου του χορού είχε προτείνει εμένα. Αρχικά, είχαν βρει έναν αμερικανό, αλλά τελικά δεν τους έκανε… Ήθελαν έναν ξένο που να μιλάει καλά τα ρωσικά αλλά να καταλαβαίνει και καλά, συν ότι δεν έπρεπε να είχε δει πάρα πολύ την Ρωσία και να κάνει και για παρουσιαστής, δηλαδή ένας συνδυασμός σχετικά σπάνιος. Έφτασαν σε μένα, κάναμε μία συνάντηση, σαν casting, κυρίως για να γνωριστούμε. Μεταξύ άλλων η σκηνοθέτις με ρώτησε αν συνηθίζω να μιλάω με αγνώστους. Της είπα πως ναι και κάπως έτσι ξεκινήσαμε.

Βρήκε ανταπόκριση η εκπομπή στην Ρωσία;

Καταρχάς, να πω ότι προβλήθηκε από το κανάλι “Kultura” της Ρωσίας, έναν κρατικό τηλεοπτικό σταθμό που εστιάζει στον πολιτισμό, όπως κι η εκπομπή μας η οποία εστίασε σε ανθρώπους και πολιτισμό. Εγώ δεν μπορώ να κρίνω από τηλεθεάσεις γιατί δεν τις είδα και δεν θέλησα να ενημερωθώ. Για μένα είχε ουσία το τι μου έγραφαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εκατοντάδες τηλεθεατές, όπως συμβαίνει και τώρα με την ΕΡΤ.  Με βρήκαν άνθρωποι που δεν θα με ήξεραν αλλιώς και, πέραν του προσωπικού «μπράβο, τι ωραία που μιλάς ρώσικα, κλπ», το πιο σημαντικό είναι ότι υπήρξε μια σύνδεση, υπήρξε μια συνάντηση δύο πολιτισμών. Αυτό δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Θέλω να πω, η σύνδεση ενός πολίτη μιας χώρας της πρώην Σοβιετικής Ένωσης (π.χ. Εσθονία, Λιθουανία κλπ) με την Ρωσία είναι διαφορετική από τη δική μας. Καταλαβαίνεις ότι αυτός ο άνθρωπος έχει μάθει ρώσικα, κατά πάσα πιθανότητα από μικρός, ξέρει τι είναι Ρωσία, είτε την συμπαθεί πολύ, είτε την αντιπαθεί εντελώς. Η δική μας, όμως, σχέση είναι αλλιώτικη.

Θεωρώ, ότι είναι μια σχέση που χτίζεται ακόμα. Δεν υπάρχει κάτι τόσο έντονα ορισμένο από πριν, αν, ας πούμε, σκεφτεί κανείς ότι τώρα φτιάχνεται και η σχέση του ρωσικού λαού με τη θρησκεία του, αν αναλογιστούμε ότι οι Έλληνες, στην ουσία, τώρα γνωρίζουμε τους σημερινούς Ρώσους μέσα από τον τουρισμό.  Στην συνέντευξη που κάναμε με τον κύριο Σβιντκόι (Ειδικός Εκπρόσωπος του Προέδρου Πούτιν για το Έτος Ρωσίας - Ελλάδας) στην ΕΡΤ 1 και τον κ. Ροδίτη, καταλάβαμε ότι υπάρχει ένα αμοιβαίο κενό γνώσης του σύγχρονου πολιτισμού των χωρών μας. Δεν έχουμε πλήρη εικόνα του πιο σύγχρονου ρωσικού πολιτισμού, πέρα από τα Μπολσόι ή ορισμένες παραστάσεις που έρχονται κατά καιρούς στην Ελλάδα.

Ας γυρίσουμε στην σειρά. Τι σημαίνει ο ρωσικός τίτλος της και πώς εξελίχθηκαν τα γυρίσματα;

Στα ρώσικα είναι η αρχική φράση ενός γλωσσοδέτη που χρησιμοποιείται στην Ρωσία για την ανάπτυξη του λόγου. Έτσι, με το που λες «Γιέχαλ Γκρέκα…» αμέσως το συμπληρώνουν με όλο το υπόλοιπο.

Κανονικά έπρεπε να βγάλουμε τα γυρίσματα με τη μία. Δηλαδή, να φύγουμε από τη Μόσχα και να γυρίσουμε όταν τελειώσουν. Αλλά, εγώ εκείνη την εποχή ήμουν στο τελευταίο έτος του Gitis και είχαμε τις παραστάσεις στην σχολή. Χρειαζόταν να κάνουμε πρόβες-είκοσι μέρες πρόβα, μετά πρεμιέρα και μετά έφευγα για τα γυρίσματα. Μετά άλλη παράσταση κ.ο.κ. Το δύσκολο ήταν ότι η μέρα, όσο χειμώνιαζε, μίκραινε και χανόταν το πολύτιμο για τα γυρίσματα φως. Ξεκινούσαμε από τις 7 το πρωί που ακόμα δεν είχε βγει ο ήλιος, να προετοιμαστούμε, να δούμε τι θα γυρίσουμε, ώστε να προλάβουμε από τις 8 ως τις 4 το μεσημέρι. Κάθε ήρωας μας έπαιρνε σίγουρα 2,5 ώρες για το γύρισμα και σ’ αυτά πρέπει κανείς να προσθέσει την παγωνιά – π.χ αν μπεις απ’ έξω, μέσα η κάμερα θαμπώνει και χρειάζεται μέχρι μία ώρα για να ξεθαμπώσει. Τις τρεις τελευταίες πόλεις τις γυρίσαμε μαζί, Σούζνταλ, Ροστόφ και Περεσλάβλ. Τις βλέπουμε με χιόνι, το οποίο για μας τους Έλληνες μπορεί να είναι τόσο «εξωτικό», αλλά οι ντόπιοι μας συμβούλευαν να πάμε την άνοιξη που είναι ακόμα πιο όμορφα.

Πώς ξεκίνησε η σχέση σου με την Ρωσία και την ρωσική γλώσσα;

Ξεκίνησε καθαρά για θεατρικούς και επαγγελματικούς λόγους. Χρειαζόμουν μια μέθοδο δουλειάς με το ρόλο, αλλά και μια νέα «φλόγα» ως καλλιτέχνης. Η Ρωσία έχει μια σπουδαία θεατρική Σχολή, μια ζωντανή παράδοση, κάτι που στην Ελλάδα δυστυχώς λείπει. Ως επί τω πλείστον έχει επικρατήσει ένας εμπειρικός τρόπος δουλειάς που είναι καθαρά προσωπικός. Δεν έχει γραφτεί, δεν έχει κωδικοποιηθεί, έτσι ώστε να έρθει ο επόμενος και να δουλέψει πάνω σ’ αυτόν, να τον εξελίξει, να δημιουργήσει μια συνέχεια. Είναι ο προσωπικός μηχανισμός επιβίωσης του κάθε καλλιτέχνη. Μια θεατρική κατασκήνωση στη Θάσο με καθηγητές, μεταξύ άλλων τον Δημήτρη Ήμελλο και τον Θοδωρή Αμπαζή, με οδήγησε στην απόφαση να φύγω για το Gitis. Αρχικά ήταν να πάω για ένα-δυο χρόνια αλλά οι συμφοιτητές μου και ο δάσκαλός μου δεν μ’ άφησαν να φύγω…

Για να σπουδάσεις εκεί πρέπει να γνωρίζεις ρωσικά. Ωστόσο, κατά βάση τη γλώσσα την μαθαίνεις μέσα στο περιβάλλον όπου ομιλείται. Δεν είναι βέβαια εύκολο να συνδυάσεις την εκμάθηση της γλώσσας με το αντικείμενο των σπουδών. Είναι σκληρό. Έπεσε πολύ «ξύλο». Ο δάσκαλός μου φώναζε «ποιό είναι το αγαπημένο σου μάθημα, Έλληνα;». «Η υποκριτική», του έλεγα. «Η γλώσσα!» μου απαντούσε! Για μένα είχε ένα ενδιαφέρον η σχέση των γλωσσών και επειδή ξεκίνησα να διδάσκω ελληνικά σε Ρώσους από το δεύτερο έτος και μετά, για καθαρά βιοποριστικούς λόγους,  έψαξα αυτήν την σχέση ακόμα περισσότερο.

Οι Ρώσοι μαθαίνουν ελληνικά;

Ασφαλώς! Πολλοί για συναισθηματικούς λόγους, είναι δηλαδή Ρώσοι πολίτες με ελληνικές ρίζες, ή γυναίκες που μπορεί να ερωτεύτηκαν έναν Έλληνα και να θέλουν να έχουν επικοινωνία μαζί του, άλλοι για λόγους θρησκευτικούς, επειδή  έρχονται στην Ελλάδα κάθε χρόνο σε κάποιο μοναστήρι και θέλουν να μπορούν να εξομολογούνται στα ελληνικά. Εντυπωσιακό;

Πόσο εύκολο είναι για τους Ρώσους να μάθουν ελληνικά. Βρίσκουν κάποια κοινά από την ίδια τους την γλώσσα που τους βοηθούν στην εκμάθηση της ελληνικής;

Έχουμε παρόμοιο λεξιλόγιο σε θρησκεία και ιατρική. Αυτοί είναι δύο τομείς που είναι ελληνικοί, διεθνώς ελληνικοί. Στην δομή της γλώσσας, τα ρώσικα είναι πιο ελεύθερα, δεν έχουν άρθρα, συντακτικά μπορεί να «παίξεις» περισσότερο σε σχέση με τα ελληνικά. Τελικά, τα πάντα είναι το κίνητρο. Μπορεί να μάθεις οποιαδήποτε γλώσσα αρκεί να έχεις ισχυρό κίνητρο για να το κάνεις.

Με την Ρωσία τώρα που επέστρεψες στην Ελλάδα διατηρείς επαφές;

Πριν δύο καλοκαίρια βάφτισα στην Κέρκυρα τον Φέντια. Έχω λοιπόν τον πνευματικό μου γιο στη Μόσχα. Βεβαίως, είναι η συνεργασία Εθνικού-Βαχτάνγκοφ το καλοκαίρι στην Επίδαυρο, ενώ η Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, χάρη στην εξαιρετική πρωτοβουλία του διευθυντή της Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη, ξεκίνησε ήδη μια συνεργασία με τη σχολή σκηνοθεσίας του Gitis σε επίπεδο ανταλλαγής φοιτητών και συμβάλλω σε αυτή. Τον Σεπτέμβρη, θα ανέβουν Έλληνες φοιτητές της  Δραματικής Σχολής του Ωδείου για δύο εβδομάδες στην Μόσχα για να εκπαιδευτούν στο Gitis με το δεύτερο έτος του καθηγητή μου, του Εβγκένι Καμινκόβιτς. Μετά τις γιορτές, τον Γενάρη θα έρθουν οι Ρώσοι στην Ελλάδα, επίσης για δύο εβδομάδες, και θα είναι σκηνοθέτες από την ρωσική σχολή και ηθοποιοί από την ελληνική.

Μίλησέ μας λίγο για τη συνεργασία του Εθνικού με το Θέατρο Βαχτάνγκοφ και την παράσταση του Οιδίποδα στην Επίδαυρο.

Νομίζω πως πρόκειται για ένα πείραμα πολύ ιντριγκαδόρικο και συναρπαστικό. Τα επεισόδια θα τα σκηνοθετήσει ο Λιθουανός σκηνοθέτης Ρίμας Τούμινας (το αθηναϊκό κοινό τον γνώρισε μέσα από τον «Θείο Βάνια» και την «Μασκαράτα», που παίχτηκαν τα τελευταία χρόνια στο Badminton) και θα παίζονται από Ρώσους ηθοποιούς, ενώ τα χορικά από εμάς, υπό την καθοδήγηση και σε σύνθεση του Θοδωρή Αμπαζή. Ο Χορός λοιπόν θα μιλάει ελληνικά, οι Ρώσοι θα μιλάνε τα ρωσικά τους και θα‘μαστε όλοι μαζί στην Επίδαυρο 29 και 30 Ιουλίου, με συνεχή εναλλαγή του ρωσικού και του ελληνικού λόγου.

Οι αρχαιοελληνικές τραγωδίες, πόση ανταπόκριση έχουν στην Ρωσία; Η συγκεκριμένη παράσταση του Οιδίποδα ήταν δική σας πρόταση ή δική τους;

Στο Gitis δεν τις αγγίξαμε καθόλου και γενικώς δεν πολυχρησιμοποιούνται στη θεατρική εκπαιδευτική διαδικασία. Είναι ένα υλικό που το αντιμετωπίζουν με μια απόσταση και με μια ματιά λίγο πιο… ευρωπαϊκή. Δηλαδή, δεν νοείται Έλληνας σκηνοθέτης να κόψει τον Χορό στην αρχαία ελληνική τραγωδία. Οι Ευρωπαίοι σκηνοθέτες επικεντρώνονται στην ιστορία, ο Χορός δεν είναι ένα πρόσωπο που δρα, δεν αλλάζει κάτι στην ιστορία, ο Χορός είναι η έκφραση των θεατών. Αλλά σε ένα κλειστό ευρωπαϊκό θέατρο, όπου η σχέση με το θεατή είναι άλλη - δεν είναι όπως στο ελληνικό δημοκρατικό κοίλον της Επιδαύρου, που είμαστε όλοι «ένα» -, ο Χορός ίσως θεωρείται ότι δεν είναι τόσο απαραίτητος, οπότε απομονώνουν την κεντρική ιστορία.

Η συμπαραγωγή αυτή, ήταν πρόταση του Στάθη Λιβαθινού και χάρη σε αυτή συνειδητοποιούμε ότι, Έλληνες και Ρώσους καλλιτέχνες, μας απασχολούν τα ίδια ερωτήματα: Τι έχει να πει σήμερα ένα αρχαίο έργο, ποια είναι η γλώσσα, πώς αντιμετωπίζουμε το θέμα του, όχι μόνοτην εξωτερική του μορφή, το θέμα του πυρηνικά, τί σημαίνει σήμερα. Τι σημαίνει είμαι ένας ξένος ή έρχομαι ως ξένος σε μια χώρα, όπως γίνεται με τον Οιδίποδα. Ο Ρίμας Τούμινας δεν είναι Ρώσος κι όμως διευθύνει ένα από τα μεγαλύτερα θέατρα της Ρωσίας…

Σ’ ευχαριστούμε πολύ γι’ αυτήν την συνομιλία.

Θα ήθελα να πω ότι είναι πολύ σημαντικό αυτό που κάνετε. Έχουμε μια κοινή αποστολή. Εγώ έτσι το βλέπω. Και εύχομαι να μην είναι μόνο το 2016 η χρονιά φιλίας Ελλάδας-Ρωσίας,  αλλά να είναι μια αφετηρία για μια συνεργασία με διάρκεια και προοπτική. Η προοπτική στο θέατρο είναι βασικότατο εργαλείο. Όπως και στη ζωή.